Συνομιλία με τον Μύρωνα Αχείμαστο, μεταφραστή, εκδότη και κριτικό του Εμίλ Ντυρκέμ
Ο Εμίλ Ντυρκέμ (1858-1917) είναι το πρόσωπο το οποίο έθεσε τις βάσεις της επιστήμης της κοινωνιολογίας. Το έργο του «Στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου. Το τοτεμικό σύστημα στην Αυστραλία» (1912) κυκλοφόρησε από το Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ), σε μετάφραση και εκδοτική επιμέλεια του Μύρωνα Αχείμαστου, το 2025, αφού προηγήθηκε το 2019 η μελέτη του τελευταίου «Εισαγωγή στις ‘’Στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου’’». Το 2025 κυκλοφόρησε από το ΜΙΕΤ ο τόμος «Υπομνηματισμός στις ‘’Στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου’’». Τι ακριβώς μας λέει ο Ντυρκέμ με βάση τις «Στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου», και με βάση επίσης τα δύο ογκώδη και ταυτοχρόνως πυκνά και διεξοδικά βιβλία του Μ. Αχείμαστου, που το θεμελιώνουν επιστημονικά, μεταφραστικά και εκδοτικά, χωρίς να πάψουν να απευθύνονται σε ένα ευρύτερα ενημερωμένο κοινό;
Μελετώντας τις φυλές της Αυστραλίας και το θρησκευτικό τους σύστημα, ο Ντυρκέμ αποφεύγει να θεωρήσει τον τοτεμισμό κατώτερη ένθεη πίστη και τη θρησκεία γενικότερα σύνολο πεποιθήσεων μακριά από τον φακό της λογικής και της επιστήμης. Το ιερό και το βέβηλο αποτελούν σε αυτό το πλαίσιο θεμελιώδη διάκριση για κάθε κοινωνία, με τη θρησκεία να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής ενοποίησης και κοινωνικής συνοχής και τις τελετουργίες να ενισχύουν τη συλλογική ταυτότητα. Το άτομο δεν αποτελεί το πρώτιστο στοιχείο στη θρησκεία και η διαδρομή ξεκινάει από την κοινωνία για να καταλήξει στο άτομο και όχι ανάποδα. Το ιερό είναι η κοινωνία, η οποία λατρεύει στην πραγματικότητα διαμέσου του τοτέμ τον εαυτό της.
Στην εισαγωγή του ο Μ. Αχείμαστος θα εξηγήσει και θα προβάλει την πορεία του Ντυρκέμ από τη φιλοσοφία προς την κοινωνιολογία, θα αναλύσει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η κοινωνιολογία της θρησκείας, αλλά και θα επισημάνει τις επιρροές που προηγήθηκαν από τον Αύγουστο Κοντ, τον «πατέρα» της κοινωνιολογίας, όπως και από τους ανθρωπολόγους της εποχής. Προσφεύγοντας σε εθνογραφικά δεδομένα, ο Αχείμαστος θα δείξει τη μέθοδο του Ντυρκέμ όταν χρησιμοποιεί την έννοια της μορφής ως κοινωνικό σχήμα ή όταν υιοθετεί τη συγκριτική λογική. Ποια είναι, ωστόσο, η ιστορική σημασία του Ντυρκέμ ως κοινωνικού επιστήμονα και πώς τον βλέπει ο μεταφραστής, εκδότης και μελετητής του στο τοπίο της νεότερης, σύγχρονης κοινωνιολογίας; «Ο Ντυρκέμ», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Μ. Αχείμαστος, «θεωρείται κλασικός όχι μόνο για την κοινωνιολογία, την οποία εδραίωσε άλλωστε ως επιστήμη, αλλά γενικότερα στις κοινωνικές επιστήμες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο κλάδος της κοινωνικής ανθρωπολογίας, στον οποίο η συνεισφορά του στη μελέτη του τοτεμισμού θεωρείται επίσης κλασική. Η ιδέα του ότι τα αυστραλιανά τοτεμικά κλαν συνιστούν αυτόνομες κοινωνίες, οι οποίες μας παρέχουν σε μικρογραφία τη δομή και τη λειτουργία της κοινωνίας εν γένει ήταν μια επιστημονική και επιστημολογική επανάσταση που καθόρισε τον τρόπο σκέψης μας. Του οφείλουμε επομένως τη σημασία που αποδίδουμε στην έννοια της κοινωνίας, όχι μόνο ως επιστημονική κοινότητα αλλά ακόμα και στην καθομιλουμένη. Ας μην ξεχνάμε πως ‘’κοινωνία’’ σήμαινε αρχικά ‘’εταιρεία’’. Από την άλλη, η μέθοδός του στην οποία προτάσσεται ένας προκαταρκτικός ορισμός του επιστημονικού αντικειμένου εξακολουθεί να εφαρμόζεται ανελλιπώς. Θα ήταν τέλος παράλειψη να μην τονίσω την εξαντλητική του εργασία για τη δημοσίευση του περιοδικού "L’Année sociologique’’. Πρόκειται για ένα θησαυρό γνώσεων σχετικά με την πρόοδο των κοινωνικών επιστημών την περίοδο 1897-1913. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως πρόκειται για το σημαντικότερο περιοδικό κοινωνικών επιστημών διαχρονικά, μέχρι σήμερα».
Τι απαιτήσεις είχαν για τον Μ. Αχείμαστο η μετάφραση, η εισαγωγή και ο υπομνηματισμός στον Ντυρκέμ; «Οι "Στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου’’ είναι, κατά γενική ομολογία, το σημαντικότερο έργο του Ντυρκέμ. Θα ισχυριζόμουν ότι συμπυκνώνει την κοινωνιολογική του θεωρία, αλλά και τις κύριες μεθοδολογικές του επιλογές. Γίνεται επομένως κατανοητό πως, γενικά μιλώντας, μια προσεκτική και κατά το δυνατόν πλήρης ανάλυση του magnum opus του Γάλλου κοινωνιολόγου απαιτούσε συστηματική γνώση της συνολικής εργασίας του. Ειδικότερα, χρειάστηκε η μελέτη της διανοητικής διαδρομής του κυρίως από το 1896 και μετά, έτος κομβικό για την ενασχόλησή του με την κοινωνιολογία της θρησκείας. Η πορεία αυτή παρουσιάστηκε στον πρώτο τόμο της δουλειάς μου "Εισαγωγή στις ’Στοιχειώδεις μορφές του θρησκευτικού βίου’ του Εμίλ Ντυρκέμ’’. Η μετάφραση του βιβλίου για πρώτη φορά στα ελληνικά μετά την έκδοσή του το 1912, τις πολλαπλές επανεκδόσεις του στα γαλλικά αλλά και τις μεταφράσεις του σε πολλές άλλες γλώσσες, ήταν εξίσου σύνθετο και επίπονο εγχείρημα. Σύνθετο γιατί, παρά τα περί αντιθέτου λεγόμενα, η γνώση του όλου έργου ήταν προαπαιτούμενο για την ακριβή απόδοση των όρων. Επίπονο γιατί χρειαζόταν η εμπειρία της ελληνικής γλώσσας, η οποία αποκτάται σε βάθος χρόνου. Τέλος, ο υπομνηματισμός και ο σχολιασμός του βιβλίου ο οποίος, σημειωτέο, πραγματοποιείται για πρώτη φορά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά συνολικά στις ντυρκεμιανές σπουδές, θα ήταν αδύνατος χωρίς συστηματική και διαρκή ενημέρωση. Δεν είναι λοιπόν ούτε τυχαίο ούτε υπερβολικό ότι η έρευνά μου διάρκεσε περίπου μια εικοσαετία».
Από τον Ντυρκέμ μάς χωρίζουν, πώς να το παραβλέψουμε, πάνω από εκατό χρόνια και ο Μ. Αχείμαστος θα συζητήσει στα βιβλία του τις εθνογραφικές του αδυναμίες, ανακρίβειες και παρανοήσεις του, αναλαμβάνοντας εκ παραλλήλου να μας ξεναγήσει στο τοπίο της κριτικής υποδοχής του τόσο στον καιρό του όσο και μεταξύ των συγχρόνων, κάνοντας ταυτοχρόνως λόγο για το διαχρονικό ταξίδι της κεντρικής για τον Ντυρκέμ έννοιας της συλλογικής συνείδησης. Πόσο έχει επηρεάσει την ελληνική κοινωνιολογία ο Ντυρκέμ κατά τη γνώμη του Μ. Αχείμαστου; «Συνειδητά; Ελάχιστα. Η ελληνική επιστημονική κοινότητα, για λόγους που συνδέονται άρρηκτα με την εξέλιξή της, έστρεψε την προσοχή της στους άλλους δύο κλασικούς της κοινωνιολογίας, εννοώ τον Μαρξ και τον Βέμπερ. Καταρχάς, τα έργα του Μαρξ μεταφράστηκαν, διαδόθηκαν, σχολιάστηκαν εκτεταμένα γιατί ο συγγραφέας εμπλεκόταν -και ορθά θα πρόσθετα- στην πολιτική διαμάχη αριστεράς-δεξιάς που διαπέρασε την ελληνική κοινωνία κυρίως μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Από την άλλη, ορισμένα έργα του Βέμπερ μεταφράστηκαν και διδάχτηκαν στα ελληνικά πανεπιστήμια, κυρίως στη μεταπολίτευση, γιατί ο συγγραφέας τους, υπερασπιστής των κυρίαρχων ατομοκεντρικών προσεγγίσεων στην κοινωνιολογική σκέψη, αποτελούσε το αντίπαλο δέος της μαρξικής κοσμοθεώρησης. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν ο Ντυρκέμ, θα μου επιτρέψετε την έκφραση, να παραμείνει στα αζήτητα. Οι Έλληνες κοινωνικοί επιστήμονες εν γένει εξακολουθούν να αγνοούν στοιχειώδη ζητήματα της σκέψης του, αλλά και τη ζωή του. Παραθέτω ορισμένες κακοχωνεμένες κοινοτοπίες που διδάσκονται στους Έλληνες φοιτητές, όπως ότι ο Ντυρκέμ ήταν συντηρητικός κοινωνιολόγος, υπερασπιστής της κοινωνικής συνοχής, κ.λπ. Η εργασία μου, στο πλαίσιο των ντυρκεμιανών σπουδών των τελευταίων τριάντα χρόνων, δείχνει τα τελείως αντίθετα. Ήταν πολιτικά ένας ριζοσπάστης κοινωνιολόγος και, επιστημονικά, ασπαζόταν τη λογική της επαναστατικής κοινωνικής μεταβολής ως λογική της ίδιας της ιστορίας. Όταν τα δίδασκα στους φοιτητές μου με έβλεπαν σαν εξωγήινο! Οι δε συνάδελφοι σαν αδαή! Ελπίζω αυτά τα ‘’πέτρινα χρόνια’’ για την ντυρκεμιανή κοινωνιολογία να περάσουν σιγά-σιγά στην ιστορία».
Αναρωτιόμαστε αν υπάρχει σχεδιασμός για περαιτέρω ενασχόληση του Μ. Αχείμαστου με τον Ντυρκέμ. «Ναι. Η συνταξιοδότησή μου μού επιτρέπει να συνεχίσω απρόσκοπτα το σχέδιό μου στην έρευνα της ντυρκεμιανής κοινωνιολογίας. Η μονογραφία μου ‘’Ντυρκέμ και ανθρωπολογία’’, στην οποία εργάζομαι εδώ και κάποια χρόνια είναι σχεδόν έτοιμη και ευελπιστώ πως θα δημοσιευθεί το συντομότερο δυνατό. Παράλληλα, σε τελικό στάδιο είναι η μετάφραση στα ελληνικά του δεύτερου σημαντικότερου έργου του Ντυρκέμ ‘’Η αυτοκτονία’’, με δικό μου πρόλογο και επίμετρο. Όχι λιγότερο σημαντικό, είναι σε καλό δρόμο η κριτική έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Classiques Garnier το ίδιο έργο του Ντυρκέμ, δηλαδή ‘’Le Suicide, étude desociologie’’. Η έκδοσή του ακολουθεί την δημοσίευση της κριτικής έκδοσης των ‘’Στοιχειωδών μορφών’’ (‘’Les Formes élémentaires de la vie religieuse’’, Classiques Garnier, 2015) και την αντίστοιχη δημοσίευση της ‘’Κατανομής της εργασίας στην κοινωνία’’ μαζί με τον συνάδελφο Δ. Φούφουλα (‘’De la division de travail social’’, Classiques Garnier, 2019). Εφόσον η τύχη μου το θελήσει, ελπίζω να ολοκληρώσω το έργο μου δημοσιεύοντας και την κριτική έκδοση του ‘’Les règles de la méthode sociologique’’ και να μεταφράσω σχολιασμένα τη διδακτορική διατριβή του Ντυρκέμ ‘’Η κατανομή της εργασίας στην κοινωνία και τους κανόνες της κοινωνιολογικής μεθόδου’’».
Β. Χατζηβασιλείου