Κ. Κατσάπης με αφορμή την παράσταση «Έφυγες από το "ΠΑΤΡΙΣ"» : «Η μετανάστευση είναι η ιστορία των ανθρώπων και του ψυχισμού τους»

    Ο Κώστας Κατσάπης είναι ιστορικός, διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και το ερευνητικό του αντικείμενο είναι η σύγχρονη κοινωνική και πολιτισμική ιστορία της Ελλάδας, με ιδιαίτερη έμφαση στη νεολαία και στα κοινωνικά φαινόμενα. Στο βιβλίο του «Αυστραλία, δέκα Ιστορίες» αφηγείται ιστορίες μεταναστών που έφυγαν από την Ελλάδα κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Πρόκειται για αφηγήσεις που ισορροπούν ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην ιστορική τεκμηρίωση, εμπεριέχοντας και ένα αυτοβιογραφικό στοιχείο. Το βιβλίο έχει μεταφερθεί στο Θέατρο «Αγγέλων Βήμα», στην Αθήνα, με την παράσταση «Έφυγες με το “ ΠΑΤΡΙΣ”». Η παράσταση εντάσσεται στο ευρύτερο αφιέρωμα του θεάτρου με τίτλο «Αυστραλία: Γοητευτική Χώρα - Συγκλονιστικό Θέατρο», υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Αυστραλίας στην Ελλάδα, το οποίο φιλοξενεί σύγχρονα έργα Αυστραλών συγγραφέων αλλά και μια ελληνική φωνή που μιλά για την εμπειρία της μετανάστευσης. Η σκηνοθεσία της παράστασης ανήκει στην Μαργαρίτα Δαλαμάγκα-Καλογήρου. Ερμηνεύουν η Λιλή Τέγου, ο Γιάννης Τσιώμου και ο Γιάννης Ντάσιος. Οι παραστάσεις πλησιάζουν προς το τέλος τους και με αυτή την αφορμή ο συγγραφέας μιλάει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ γα τη σχέση του πεζού με τον θεατρικό λόγο, όπως και για την εμπειρία και για την ιστορία της μετανάστευσης, λέγοντας ότι η ιστορία της μετανάστευσης είναι πάνω και πρώτα απ’ όλα μια ιστορία των ανθρώπων και του ψυχισμού τους.

   Ακολουθεί η συνέντευξη του Κώστα Κατσάπη στον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και στο ΑΠΕ-ΜΠΕ

   Ερ: Και στις δύο συλλογές πεζών που έχετε παρουσιάσει, η Αυστραλία δίνει ζωηρά το παρών, στη μια περίπτωση ως τρέχουσα κατάσταση, στην άλλη ως βιωμένο παρελθόν. Τι γίνεται, πώς γίνεται και γιατί καταγίνεται με το ιστορικό παρόν του πρώτου πεζογραφικού σας η θεατρική σκηνή;

   Απ: Η μεταφορά του βιβλίου «Αυστραλία, δέκα ιστορίες» στη θεατρική σκηνή πραγματοποιήθηκε μετά από πρόταση της κυρίας Μαργαρίτας Δαλαμάγκα, προκειμένου να αποτελέσει η παράσταση τμήμα ενός μεγάλου αφιερώματος στο αυστραλιανό θέατρο και τους σύγχρονους Αυστραλούς θεατρικούς συγγραφείς, που υλοποιείται την τρέχουσα θεατρική σεζόν στο πάντα φιλόξενο «Αγγέλων Βήμα». Βεβαίως, εγώ δεν είμαι Αυστραλός (πολύ περισσότερο δεν είμαι θεατρικός συγγραφέας), είμαι παιδί μεταναστών αλλά γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Ελλάδα, εν τούτοις το βιβλίο μου δίνει μια εικόνα της μεταναστευτικής εμπειρίας η οποία κρίθηκε πως ήταν απαραίτητο να ενταχθεί στο αφιέρωμα. Περιττεύει ίσως αλλά οφείλω να πω πως είμαι βαθιά υπόχρεος τόσο απέναντι στην κ. Δαλαμάγκα όσο και απέναντι στους ανθρώπους του «Αγγέλων Βήμα» για την τόσο τιμητική πρότασή τους, τον επαγγελματισμό τους και για την εμπιστοσύνη που έδειξαν στο κείμενό μου.

   Ερ: Τι δείχνει ειδικότερα για την ιστορία της μετανάστευσης η θεατρική σκηνή;

   Απ: Η μετανάστευση είναι μια ειδική συνθήκη υπό την έννοια ότι λειτουργεί ως καταλύτης που αναπροσαρμόζει τις αντιλήψεις του ατόμου που τη βιώνει, διαλύει τις βεβαιότητές του, ανοίγει κάποιες φορές τους ορίζοντες και συχνά ρευστοποιεί την ταυτότητά του. Δεν είναι apriori μια θετική ή αρνητική εμπειρία και ως εκ τούτου για πολλούς μετανάστες λειτούργησε τραυματικά και για άλλους απελευθερωτικά. Αυτή η πληθυντικότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας είναι κάτι που συχνά ξεχνάμε έχοντας την τάση να θεωρούμε την τελευταία ως ένα «όλον» λίγο πολύ αδιαφοροποίητο. Αυτό όμως είναι λάθος. Η θεατρική σκηνή δίνοντας ψυχή στους πρωταγωνιστές του βιβλίου υπογραμμίζει με θαυμάσιο τρόπο την πολυπλοκότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας, υπό την έννοια ότι διαφορετικοί πρωταγωνιστές στέκονται διαφορετικά πάνω στα ίδια ζητήματα και τις ίδιες καταστάσεις, κάτι που φαίνεται εξαίσια στη θεατρική μεταφορά. Τα συναισθήματά τους, η πίκρα τους, ο ενθουσιασμός, ο φόβος ή η προσμονή της νέας ζωής, φωτίζονται προνομιακά πάνω στη σκηνή και θυμίζουν χωρίς περιττές γαρνιτούρες και φλυαρίες ότι η ιστορία της μετανάστευσης είναι πάνω και πρώτα απ’ όλα, μια ιστορία των ανθρώπων και του ψυχισμού τους.

   Ερ: Τα πεζά σας, «Αυστραλία, δέκα ιστορίες» και «Αυστραλία, η επιστροφή», συναντούν την πολιτισμική ιστορία, δοκιμάζοντας την ιστορική αναπαράσταση της καθημερινότητας. Δεν πρόκειται, φαντάζομαι, μόνο γιατί το απαιτεί η επιστημονική σας ειδικότητα.

   Απ: Όχι, δεν πρόκειται περί αυτού. Τα πεζά μου συναντούν την πολιτισμική ιστορία ακριβώς γιατί επιχείρησα να γράψω πολιτισμική ιστορία μέσα από αυτά και όχι λογοτεχνία. Εξηγούμαι. Σε αντίθεση με την ιστορική λογοτεχνία που πολλές φορές χρησιμοποιεί την ιστορία επιδερμικά ως «φόντο», στα δύο μου βιβλία η βασική έγνοια ήταν να φιλοτεχνηθούν χαρακτήρες που να είναι όσο το δυνατό πιο συμβατοί με την εποχή τους και τα πάθη της. Ο στόχος δηλαδή ήταν να αποδοθεί πιστά, στο μέτρο του εφικτού πάντα, η ανθρωπολογική δομή των πρωταγωνιστών, είτε της μετανάστευσης στην άλλη άκρη του κόσμου (τη δεκαετία του 1960) είτε της πρώιμης μεταπολίτευσης στην Ελλάδα (1974-1975). Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται πολυετής έρευνα, τριβή με τα αρχεία και καλλιέργεια ενός ενστίκτου που μόνο η εμπειρία σού χαρίζει.

    Θα ήταν πλεονασμός ίσως να τονιστεί αλλά το πράττω: μια πολιτισμική ιστορία, κάθε πολιτισμική ιστορία, είναι κατά βάση μια ιστορία των συναισθημάτων και μια ιστορία του διανοητικού σύμπαντος των υποκειμένων. Προϋποθέτει την προσεκτική ανάλυση της προσωπικότητας των πρωταγωνιστών ώστε να καταλήξει σε ψυχογραφήματα που αποτυπώνουν ικανοποιητικά την εποχή (και όχι όπως νομίζουμε ή ακόμα χειρότερα όπως θα θέλαμε να νομίζουμε ότι αυτή ήταν). Μέσα απ’ όλα αυτά, το βιβλίο κατέληξε να φοράει το κοστούμι της λογοτεχνίας ακριβώς επειδή μέσω της τελευταίας οι διάφορες υποκειμενικότητες μπορούσαν να αποδοθούν καλύτερα. Δίχως την ασφυξία που δημιουργεί η ανάγκη για «επιστημονική τεκμηρίωση», παρόλο που τα βιβλία όχι μόνο δεν στερούνται έρευνας αλλά αυτή βρίσκεται σε κάθε γραμμή τους, απλώς δεν χρειάζεται να διαλαλήσει την παρουσία της.

   Ερ: Τα πεζά σας μπορούμε να τα συσχετίσουμε με το ζήτημα της μικρο-ιστορίας και αν ναι, για ποιον ακριβώς λόγο;

   Απ: Η απάντηση είναι ξεκάθαρα «ναι». Ο Τσέζαρε Τσαβατίνι έλεγε ότι μπορούσε να κάνει ταινία ασχολούμενος με οποιοδήποτε δίωρο από τη ζωή οποιουδήποτε ανθρώπου. Κάτι ανάλογο προσπάθησα να κάνω στις δύο «Αυστραλίες». Γιατί; Επειδή η μικρο-ιστορία δεν απορρίπτει τη λεγόμενη «μεγάλη Ιστορία» μεγεθύνει όμως λεπτομέρειές της που οι μεγάλες αφηγήσεις λόγω κλίμακας, αδυνατούν να φωτίσουν. Οι δέκα μικρές ιστορίες της Αυστραλίας και οι ιστορίες που διαδραματίζονται μπροστά από τον πάγκο ενός ψιλικατζίδικου στην αττική επαρχία του 1975 είναι τεχνουργήματα μικρο-ιστορίας που προσπαθούν να καταλάβουν, και όχι να προτείνουν, τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους το υποκείμενο προσέλαβε, κατάλαβε και εν τέλει μεταβόλισε τα σημαντικά γεγονότα της εποχής του.

   Ερ: Αισθάνεστε πως βρίσκεστε επί τα ίχνη ενός διαφορετικού λογοτεχνικού είδους, δοκιμάζοντας μια καινούργια γραφή;

   Απ: Ίσως να πρόκειται για μια καινούργια γραφή, όχι όμως επειδή δημιουργώ κάτι το ρηξικέλευθο αλλά επειδή χαρτογραφώ στην πράξη τα σύνορα ανάμεσα σε δυο γραφές (την ιστορική και τη λογοτεχνική) που είναι τόσο διαφορετικές και συνάμα τόσο συμπληρωματικές. Επισημαίνω ωστόσο ότι βαδίζω στα μονοπάτια που χάραξαν πολύ πριν από μένα και φυσικά πολύ καλύτερα από μένα οι μεγάλοι Δάσκαλοι των Λέξεων, συγκεκριμένα οι Βασιλικός, Βαλτινός, Χαριτόπουλος, αλλά και οι Σκρουμπέλος, Κοροβίνης για να περιοριστώ μονάχα στους πιο σημαντικούς. Πάντοτε λέω σε φοιτητές και φίλους ότι αν θέλουν να καταλάβουν ποια πραγματικά ήταν η ελληνική κοινωνία τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, θα πρέπει να ανατρέξουν στους τεράστιους αυτούς συγγραφείς, οι οποίοι αν και δεν ήταν/είναι ούτε φιλοδοξούσαν να λειτουργήσουν ως ιστορικοί, κατάφεραν να αποτυπώσουν την κοινωνική και πολιτισμική ατμόσφαιρα της εποχής καλύτερα από τους επαγγελματίες ιστορικούς.

    Αν υπάρχει ένα μικρό στοίχημα στα δύο εγχειρήματά μου (σε προσωπικό κυρίως επίπεδο) που συνηγορεί υπέρ αυτού που αποκαλείτε «καινούργια γραφή», εκείνο κυρίως βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας τους ιστορικοποιεί τον εαυτό του και την ματιά του αφήνοντάς τον ελεύθερο να μετουσιώσει σε κείμενο ένα απόθεμα ετερόκλητων πραγμάτων που έχει φωλιάσει εντός του ήδη από την γέννησή του: αφηγήσεις από τους γονείς, εικόνες από τα παιδικά χρόνια, επιστολές από συγγενείς, οικογενειακά άλμπουμ, ασήμαντες υλικότητες όπως αντικείμενα καθημερινής χρήσης, αναμνηστικά κλπ, αλλά και -πιο πρόσφατα-έρευνα σε αρχεία και βιβλιοθήκες. Πώς κατασκευάζει ένας ιστορικός το βλέμμα του; Πώς τοποθετείται ο ίδιος απέναντι στο ιστορικό παρελθόν; Είναι «αμερόληπτος»; «Ουδέτερος»; Τι επιλέγει να κάνει ιστορίες; Τι επιλέγει να αφήσει εκτός; Πρόκειται για ερωτήματα που τα δύο βιβλία, και κυρίως το δεύτερο, το «Αυστραλία. Η επιστροφή», θέτουν με αρκετή δόση ενδοσκόπησης θα έλεγα, αποφεύγοντας να δώσουν ή έστω και να υπαινιχθούν μία κάποια απάντηση. Αυτό το διανοητικό ταξίδι, ναι, καταλήγει σε μια νέα γραφή κι ελπίζω ο αναγνώστης και ο θεατής της παράστασης να νιώσει κάτι από την αγωνία και την έξαψη που συνόδεψαν τη συγγραφή των βιβλίων...

   Β. Χατζηβασιλείου