Ένας μονόλογος για τη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας - Η νουβέλα του Κώστα Σωτηρίου «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου»

   Η νουβέλα του Κώστα Σωτηρίου «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο, έπεται της θεατρικής εκδοχής και διασκευής του 2014, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αναδεικνύοντας την κωμικοτραγική διάσταση του μονολόγου της πρωταγωνίστριας, τις ψυχολογικές της παλινδρομήσεις, αλλά και ένα πορτρέτο πολύ κοντά στην καρικατούρα, το οποίο δεν αφαιρούσε, παρόλα αυτά, την ανθρώπινη υπόσταση της Σταματίας ούτε διέγραφε τα έκτυπα κοινωνικά χαρακτηριστικά της. Ο θεατρικός αυτός μονόλογος ανέβηκε με επιτυχία το 2014 από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου και με την Ελένη Ουζουνίδου να θριαμβεύει επί σκηνής. 

    Ο Κώστας Σωτηρίου έχει δημοσιεύσει αρκετά μυθιστορήματα: «Οι αχινοί» (1996) και «Ο Νάμπυκας» (1997) -μαζί με τον Νίκο Θεοτοκά- και «Αναπάντητη κλήση» (2008). Έχει επίσης δημοσιεύσει τρεις συλλογές διηγημάτων: «Κοντραπόστο» (1998), «Ο παναμάς» (1999) και «Λακωνίας 8. Δεκαεπτά ιστορίες για σκύλους και όχι μόνο» (2024). Με μοναχικά πλην όχι και αποκομμένα από το περιβάλλον τους πρόσωπα, τα οποία κινούνται ζωηρά μέσα στο αστικό περιβάλλον και στον επαγγελματικό τους χώρο, με ευθυμογραφικό κλίμα και με λαϊκούς τόνους στην αφήγησή του, ο Σωτηρίου αποκαλύπτει μια σειρά από ανορθόδοξα ή παράδοξα που βιώνουν στην καθημερινότητά τους οι μεσαίες κοινωνικές τάξεις. Την εξιστόρηση ενός άλλου καιρού θα επιχειρήσει ο συγγραφέας με το τέταρτο μυθιστόρημά του «Καλικούτσα» (2022), επιλέγοντας αυτή τη φορά ανθρώπους της γενιάς του. Η γενιά του Σωτηρίου είχε την ατυχία ή το προνόμιο να ζήσει τη μετάβαση από το καθεστώς της χούντας του 1967 στη δημοκρατία κατά τη διάρκεια της εφηβικής ή (το πολύ) της μετεφηβικής της ηλικίας. Τι πρόλαβαν να καταλάβουν αυτοί οι άγουροι νεαροί από όσα συγκλονιστικά άλλαζαν τον κόσμο τριγύρω τους; Πώς να αφομοιώσουν τις εμπειρίες και να κατανοήσουν τις ιδεολογικοπολιτικές στρατεύσεις των κατά τι μεγαλύτερών τους (της πολυσυζητημένης γενιάς του Πολυτεχνείου); 

    Πηγαίνοντας στη νουβέλα, η οποία προήλθε από τη σκηνή του θεάτρου, η Σταματία Αργυροπούλου είναι μια γυναίκα βουτηγμένη μέχρι τον πάτο στις εμμονές και τις ιδεοληψίες της ενόσω την παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Με πατέρα και σύζυγο εθνικόφρονου περιβάλλοντος (θα χάσει και τους δύο νωρίς και κάτι τέτοιο θα αποδειχθεί κάθε άλλο παρά τυχαίο δραματουργικά), αποκομμένη από την πραγματικότητα, βαθιά συντηρητική, αν όχι και καθαρώς αντιδραστική, η Σταματία αποτελεί καθημερινό έμβλημα του μικροαστισμού, καθώς και όμηρο ενός πλέγματος κοινωνικής και πολιτικής φοβίας, που χάνει βαθμιαία κάθε έρεισμα και στήριγμα, παραμένοντας μέχρι το τέλος παραδομένη στις αυταπάτες της. Ο συγγραφέας δεν της επιφυλάσσει, εντούτοις, όπως το έλεγα και προεισαγωγικά, την καταγγελία, την καταδίκη και τον χλευασμό μα εξ αντιθέτου την κατανόηση και ένα είδος τρυφερότητας. Τρυφερότητα που επιζητεί την αναγωγή της στο ιστορικό πλαίσιο της Μικρασιατικής Καταστροφής, της μεταξικής δικτατορίας, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μεταπολεμικής περιόδου και της χούντας του 1967. 

    Η Ιστορία θα μετατραπεί έτσι όχι σε λογοτεχνικό δικαστήριο και σε έγκλημα καθοσιώσεως με πολιτικό πρόσημο, αλλά σε παραμορφωμένο καθρέφτη ταυτισμένο με την οπτική της Σταματίας και εγκλωβισμένο στη μικροαστική υποκρισία ή σε μια σχεδόν παρανοϊκή ηθική δεοντολογία.

    Ο Σωτηρίου μπορεί να μη χλευάζει και να μην αποκαθηλώνει την ηρωίδα του πλην καταφέρνει να χρησιμοποιήσει με εμπνευσμένη δεξιοτεχνία και με διαπεραστική ειρωνεία το πρώτο ρηματικό πρόσωπο, τη μιξοκαθαρεύουσα και την αφέλεια της Σταματίας. Θα συνταιριάξει κατ’ αυτόν τον τρόπο το χιούμορ, την ιστορική αναδρομή και την ψυχογραφία, διασώζοντας ένα ήθος που δεν έχει ακριβώς εκλείψει ή, ακόμα λιγότερο, εξαφανιστεί. Βασισμένος σε αυτή τη μέθοδο, ο συγγραφέας πρωτίστως θα χτίσει έναν ολοζώντανο αφηγηματικό χαρακτήρα, ο οποίος αποκαλύπτει πίσω και κάτω από τη γελοία νοοτροπία και τη στρεβλωμένη γλώσσα του ένα αληθινό δράμα: το δράμα της αυτοκαταστροφής στο οποίο θα οδηγήσουν η απόλυτη απομόνωση και ο αποστεγνωμένος και ταυτοχρόνως αποξηραμένος βίος. Βίος ικανός να διοχετευτεί σε πικρή, απεγνωσμένη κωμωδία χωρίς τέλος και αρχή και δίχως έλεος και φόβο. Και βίος παράλληλα ρεαλιστικός και οδυνηρός παρά την ψευτιά και τις απάτες του. 

   Β. Χατζηβασιλείου

   Πηγή φωτογραφίας: Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ