Η «Άννα Μπολένα» αλλιώς – Ο Θέμελης Γλυνάτσης μιλάει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για τη νέα παραγωγή της ΕΛΣ

«Πρέπει να τολμάς να δεις τα έργα αλλιώς», δηλώνει ο Θέμελης Γλυνάτσης, σκηνοθέτης της νέας παραγωγής της «Άννας Μπολένα» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, η οποία ανεβαίνει από τις 26 Μαρτίου στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος του ΚΠΙΣΝ για έξι παραστάσεις. Η παράσταση εντάσσεται στον θεματικό άξονα 2025/26 της ΕΛΣ «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος» και φέρνει σε διάλογο τα ιστορικά κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη για την παρουσίαση του έργου το 1976 στην ΕΛΣ, με τη νέα σκηνογραφική πρόταση του Λέσλι Τράβερς. Στον ρόλο του τίτλου ντεμπουτάρει η νεαρή υψίφωνος Μαρία Κοσοβίτσα, ενώ οι ρόλοι του Ερρίκου Η΄ και της Τζοβάννας Σεϋμούρ ερμηνεύονται από τον Πέτρο Μαγουλά και τη Μιράντα Μακρυνιώτη αντίστοιχα.

Η «Άννα Μπολένα» του Γκαετάνο Ντονιτσέττι, μια από τις πιο εμβληματικές όπερες του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου, αφηγείται την τραγική πτώση της βασίλισσας Άννας στην αυλή του Ερρίκου Η΄, όπου οι πολιτικές ίντριγκες, τα πάθη και οι προδοσίες καθορίζουν τη μοίρα των χαρακτήρων. Από την πρεμιέρα της στο Μιλάνο το 1830 μέχρι τη διάσημη αναβίωσή της από τη Μαρία Κάλλας τη δεκαετία του 1950, η όπερα παραμένει σύμβολο φωνητικής δεξιοτεχνίας του μπελ κάντο και δραματουργικής έντασης.

Τολμώντας μια άλλη ματιά

Στη νέα παραγωγή της ΕΛΣ, η «Άννα Μπολένα» δεν αντιμετωπίζεται ως «μνημείο προς αναπαράσταση αλλά ως υλικό προς επανεξέταση». Η σκηνοθετική προσέγγιση επιχειρεί να συνδέσει το κλασικό έργο με το σήμερα και προσκαλεί το κοινό να το δει με φρέσκια ματιά.

«Αυτό ήταν και παραμένει το μεγάλο στοίχημα: πώς ένα έργο που είναι δεσμευμένο σε μια συγκεκριμένη αισθητική, μουσική και ιδεολογική παράδοση μπορεί να παρουσιαστεί με έναν άλλον τρόπο, με έναν τρόπο που θεωρώ αφορά περισσότερο ένα σύγχρονο κοινό, όπως επίσης και σύγχρονους ερμηνευτές» αναφέρει στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο σκηνοθέτης Θέμελης Γλυνάτσης. «Χωρίς να πιστεύω πως πρέπει απαραίτητα να εκσυγχρονίζεται ένα έργο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως μια παράσταση οφείλει να συνδιαλλαγεί με την όποια παράδοση, και εν τέλει, εάν χρειάζεται, να την ανατρέψει. Αυτό δεν αποτελεί νομοτέλεια, φυσικά, αλλά πρέπει κανείς να τολμά να δει τα έργα αλλιώς» προσθέτει.

Η ιστορία ως ζωντανός διάλογος

Η ιστορικότητα της όπερας συναντά τη σύγχρονη θεατρική πρακτική μέσα από μια παράσταση που δεν περιορίζεται σε αναπαραστάσεις ή πιστότητα εποχής. Ο θεατής καλείται να βιώσει το έργο ως χώρο συνύπαρξης παρελθόντος και παρόντος, όπου οι χαρακτήρες, οι συμβολισμοί και ο ηλεκτρονικός ήχος δημιουργούν μια ζωντανή διαλεκτική με την ιστορία.

«Η σχέση τέχνης και ιστορίας, ιστορικότητας και πολιτικής είναι εξαιρετικά στιβαρή εδώ και αιώνες. Το έργο του Ντονιτσέτι είναι ενός είδους ιστορική τραγωδία, αλλά η ιστορία χρησιμοποιείται ως διάκοσμος για ένα κατά τα άλλα αστικό μελόδραμα. Εξ αρχής ήθελα να επιστρέψω στο έργο το πλαίσιο που του είχε αφαιρεθεί: την ιστορική συνθήκη και τις πολιτικές της προεκτάσεις, όχι όμως προσπαθώντας να διαμορφώσω ένα costume drama με βλέψεις ιστορικής αυθεντικότητας, αλλά ένα παλίμψηστο ιστορικών αναφορών που εισβάλλουν στην παράσταση είτε μέσω ηλεκτρονικού ήχου είτε μέσω συμβόλων είτε μέσω του σκηνογραφικού περιβάλλοντος του Λέσλι Τράβερς και τοποθετούν την δράση σε μια διανυσματική ιστορικότητα, όπου το παρόν και το παρελθόν συνυπάρχουν, συνομιλούν και συγκρούονται» επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Θέμελης Γλυνάτσης.

Η συνάντηση των ιστορικών κοστουμιών με τη σύγχρονη σκηνογραφία δημιουργεί μια σκηνική μηχανή που ανατρέπει την παραδοσιακή έννοια αυθεντικότητας. Μέσα από τα κοστούμια, οι χαρακτήρες αναδεικνύονται ως σύμβολα αλλά και ως άνθρωποι που παγιδεύονται σε αυτά τα σύμβολα.

«Η σχέση του παλιού με το καινούργιο είναι μια βασική δραματουργική γραμμή που εν πολλοίς προκύπτει από την πρόκληση που μου έβαλε ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ, Γιώργος Κουμεντάκης, να χρησιμοποιήσω τα κοστούμια του Γεωργιάδη. Τα κοστούμια αυτά είχαν στόχο την ιστορική αναπαράσταση, άρα έχουν και τα ίδια μια σημαίνουσα σχέση με το παρελθόν. Η καινούργια παράσταση χρησιμοποιεί τα ιστορικά κοστούμια ως αναπόσπαστο κομμάτι της μεταμφίεσης του σώματος σε κάτι υψηλό, το οποίο όμως διαβρώνει τον χαρακτήρα και συχνά αντικαθιστά την ανθρώπινη φύση. Τόσο τα ιστορικά κοστούμια όπως και τα σύγχρονα, φτιαγμένα για την παραγωγή, είναι πανοπλίες μοναχικών κατά βάση ανθρώπων που έχουν παγιδευτεί στην ίδια τους την εικόνα» τονίζει ο σκηνοθέτης.

Η εξουσία και η δημόσια παραστασιακότητά της είναι ένα από τα μοτίβα της παράστασης που φανερώνεται μέσω της χρήσης των κοστουμιών. «Τα ιστορικά κοστούμια του Γεωργιάδη συνομιλούν με τα σύγχρονα κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού σε ένα σύμπαν όπου το ρούχο αποκτά τόσο βαριά σημειολογία που συνθλίβει το σώμα και την εσωτερικότητα. Η εικόνα η οποία αντικαθιστά την παρουσία είναι εξαιρετικά παλιά. Η Αγγλική Αναγέννηση είχε πλάσει ένα ολόκληρο σύμπαν αναπαράστασης της εξουσίας μέσω της τέχνης, του ρούχου, του θεάτρου, άρα η εικόνα, είτε μιλάμε για ένα ρούχο, είτε για ένα πορτραίτο, είχε σαν στόχο την απόκρυψη του καθαρά ανθρώπινου και την μεταμόρφωσή του σε κάτι συμβολικό, αφαιρετικό, μεγαλοπρεπές» εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Θέμελης Γλυνάτσης.

Όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης, ο Λέσλι Τράβερς είχε την ιδιοφυή ιδέα να αντιμετωπίσει τη σκηνή όχι ως πλατφόρμα ανάδειξης ιστορικής πιστότητας, αλλά ως αρχείο που περικλείει αντικείμενα του παρελθόντος: «Παρότι υπάρχουν πανοπλίες, παλάτια και σπαθιά, το αναγεννησιακό στοιχείο εμφανίζεται σαν “ κόπια”. Ο σκηνικός χώρος μεταμορφώνεται σε ένα μουσείο της Αγγλικής Αναγέννησης το οποίο μανιακά “ εκθέτει” αντικείμενα, και από ένα σημείο και μετά, μέχρι και ανθρώπους. Είναι μια “ μηχανή μουσειακής έκθεσης” που αναγκάζει το κοινό να αποδομήσει την όποια έννοια ιστορικής αυθεντικότητας, είτε μιλάμε για το σκηνικό, τα κοστούμια, είτε για το ίδιο το έργο. Εν τέλει, όλη η παράσταση θέτει ένα ερώτημα: τι είναι αυθεντικό επί σκηνής;».

Οι χαρακτήρες στο προσκήνιο

Στον πυρήνα της παράστασης, οι ανθρώπινες σχέσεις αναδεικνύονται ως βασικός άξονας της δραματουργίας, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον από την επιφανειακή αφήγηση σε μια βαθύτερη εξερεύνηση των προσώπων. Η σκηνοθετική προσέγγιση επιχειρεί να φωτίσει τις αντιφάσεις, τις εντάσεις και τις αθέατες πλευρές των χαρακτήρων, δίνοντάς τους χώρο να υπάρξουν πέρα από τα στερεότυπα του μπελ κάντο και τις συμβάσεις του λιμπρέτου.

«Το ερωτικό στοιχείο είναι αναπόσπαστο κομμάτι τόσο της πραγματικής σχέσης του Ερρίκου, της Μπολέιν και της Σεϋμούρ, όπως και του μπελ κάντο. Όμως, ο τρόπος που το μπελ κάντο προσεγγίζει τον ερωτισμό είναι τόσο συμβατικός και συντηρητικά ηθικοπλαστικός που αγγίζει τα όρια του εξωπραγματικού. Πέραν του ερωτισμού, με απασχολούν ιδιαίτερα οι σχέσεις ανάμεσα σε ελάσσονες χαρακτήρες, οι οποίοι στην παράσταση αποκτούν μια δική τους βιογραφία που μπλέκεται με την βιογραφία των βασικών χαρακτήρων. Μαζί με τους ερμηνευτές, θέλαμε να πλάσουμε αντιφατικούς, πολύπλευρους και συχνά δυσανάγνωστους χαρακτήρες που ζουν την τραγωδία αυτή όχι ως φέροντες μιας παράδοσης, αλλά ως ζωντανοί οργανισμοί» τονίζει ο Θέμελης Γλυνάτσης.

Η διαδικασία των προβών και η συνεργασία με το καστ υπήρξαν καθοριστικές για τη διαμόρφωση αυτού του πολυεπίπεδου σκηνικού κόσμου, με τη δουλειά να ξεκινά από μια αυστηρά δομική βάση και να εξελίσσεται σταδιακά προς κάτι πιο εύθραυστο και απρόβλεπτο.

Όπως παραδέχεται ο σκηνοθέτης, είχε την τεράστια τύχη να δουλεύει με μια ομάδα εξαιρετικά ταλαντούχων και κυρίως γενναιόδωρων ερμηνευτών, οι οποίοι αποφάσισαν να πλάσουν χαρακτήρες που δεν θα θυμίζουν κάτι από άλλες παραστάσεις της «Μπολένα»: «Δουλέψαμε σκληρά σε μια αρχική, εξαιρετικά δομική, προσέγγιση στο έργο, και σιγά-σιγά, όσο η δομή αφομοιωνόταν, άρχισε να ραγίζει και από τις ρωγμές αυτές εμφανίστηκαν οι χαρακτήρες που τόσο καιρό δουλεύουμε. Αυτό που τους έλεγα και τους λέω ακόμα, είναι πως δεν πρέπει να μας παραπλανεί η σχηματική αντιμετώπιση των χαρακτήρων από το λιμπρέτο: το χρέος μας είναι να πάρουμε τα σχήματα αυτά και να τα δούμε στην τρισδιάστατη μορφή τους, να ανακαλύψουμε τις κρυφές τους πλευρές χωρίς απαραίτητα να τις αποκωδικοποιήσουμε, να ζούμε στις πρόβες και στις παραστάσεις με βεβαιότητες αλλά και με ερωτηματικά και αναποφασιστικότητα για τα κίνητρά τους».

Μια νέα ανάγνωση για το κοινό

Η νέα «Άννα Μπολένα» της ΕΛΣ προτείνει στο κοινό να δει κάθε έργο ως ζωντανό οργανισμό, που απαιτεί συνεχή επανεξέταση. Αυτό που θα ήθελε ο Θέμελης Γλυνάτσης να κρατήσουν οι θεατές φεύγοντας από την παράσταση, είναι «πως κανένα έργο δεν είναι ένα πράγμα, και πως αυτό μου έχει σημασία είναι η διάθεση για μια καινούργια ανάγνωση των έργων». «Όσο και παλαιό να φαντάζει κάτι, όσο συμβατικό, ακόμα και ξεπερασμένο, πάντα πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να το επαναξιολογήσουμε» καταλήγει.

Νάντια Μπακοπούλου

Photo Credit: Γ. Αντώνογλου/Εθνική Λυρική Σκηνή